Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

5ΗΜΕΡΗ ΡΟΔΟΣ!!

Ρόδος μια αξέχαστη εκδρομή!!

Πάλι κάναμε την διαφορά!!

Καθώς οδεύουμε προς το αποκορύφωμα της τελευταίας μας σχολικής χρονιάς η 5ήμερη εκδρομή μας στη Ρόδο ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία .Η άφιξη μας στο νησί αλλά και στο ξενοδοχείο έγινε αισθητή αφού φθάσαμε εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα για μια υπέροχη και αξέχαστη 5ήμερη….ποτά, κέφι, φοβερή διάθεση για χορό και δυνατή μουσική..!!

Κάθε πρωί καταφέρναμε να ολοκληρώνουμε με επιτυχία το πρόγραμμα της εκδρομής (βόλτες στην παλιά πόλη, περιήγηση στην αρχαία πόλη της Λίνδου, στις πεταλούδες…) παρόλο που δεν κλείναμε μάτι. Κάθε βράδυ, όμως, ζούσαμε την έντονη νυχτερινή ζωή της Ρόδου…..Τα πάρτυ στο ξενοδοχείο διοργανώνονταν κατά κύριο λόγο από το λύκειο μας και ήταν γεμάτα από το κέφι μας…5 ημέρες μαγικές ευτυχώς χωρίς απρόοπτα ..

Η εκδρομή αυτή αναμφισβήτητα θα μας μείνει αξέχαστη καθώς ήμασταν όλοι μια μεγάλη παρέα και πολύ καλοί φίλοι.. Σίγουρα είναι από τις εκδρομές που θα συνοδεύει τις σχολικές μας αναμνήσεις!!

Δεν θα πρέπει να παραλείψω τους συνοδούς μας οι οποίοι ήταν υπομονετικοί και φανταστικοί, γεμάτοι κέφι σε όλη τη διάρκεια της εκδρομής.. κα Πόπη, κα Νίκη και κύριος Ηλίας….


30 ΜΑΡΤΙΟΥ-3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009


Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια. Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα. Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του. Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα. Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του: «Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;» Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της: «Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.» Έπειτα, η θεία του του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα. Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα. «Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι-Βασίλης.» Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο: «Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου... Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.» Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια. «Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.» Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει. Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε: «Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.» Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε: «Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ'αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.» Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό. Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι: «Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;» Εκείνο απάντησε: «Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.» Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά. Το αγοράκι ψιθύρισε: «Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.» Έπειτα με κοίταξε και είπε: «Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου. Εκείνος άκουσε την προσευχή μου. Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω. Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο. Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά...» Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου. Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα. Δεν μπορούσα να βγάλω απ'το μυαλό μου το αγοράκι. Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της. Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη... Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού; Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή. Δεν μπόρεσα να μην πάω ν'αγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εκθέταν τη σωρό της. Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα. Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα. Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά...

Μετάφραση από τα Γαλλικά του Κεμπέκ: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Καλως ηρθατε στην Ολλανδια


“Όταν πρόκειται να αποκτήσεις ένα μωρό είναι σα να σχεδιάζεις ένα υπέροχο ταξίδι αναψυχής, το μεγάλο ταξίδι της ζωής σου, για παράδειγμα, στην Ιταλία. Αγοράζεις ένα σωρό από ταξιδιωτικούς οδηγούς και κάνεις υπέροχα σχέδια. Το Κολοσσαίο. Τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου. Οι γόνδολες στη Βενετία. Να μάθεις μερικές χρήσιμες εκφράσεις για να μπορείς να συνεννοηθείς στα ιταλικά. Όλα αυτά είναι πολύ συναρπαστικά.
Μετά από μήνες τέλειου σχεδιασμού η μέρα επιτέλους φτάνει. Ετοιμάζεις τις βαλίτσες σου και φεύγεις. Μερικές ώρες αργότερα το αεροπλάνο προσγειώνεται. Ακούς την αεροσυνοδό από το μεγάφωνο: «Καλώς ήρθατε στην Ολλανδία».
«Ολλανδία;!;», λες. «Γιατί Ολλανδία;; Εγώ έχω αναχωρήσει για Ιταλία! Θα πρέπει να είμαι στην Ιταλία. Σε όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν να βρεθώ στην Ιταλία».
Αλλά υπήρξε μια αλλαγή στο σχέδιο πτήσης. Έχουμε προσγειωθεί στην Ολλανδία και εδώ θα πρέπει να μείνετε.
Το πιο σημαντικό είναι το ότι δε βρεθήκατε σε κάποιο απαίσιο, αηδιαστικό, βρωμερό μέρος, είναι απλά ένα διαφορετικό μέρος.
Έτσι πρέπει να βγεις και να πάρεις νέους οδηγούς. Και πρέπει να μάθεις μια άλλη γλώσσα. Και θα συναντήσεις ένα τελείως διαφορετικό γκρουπ ανθρώπων που δεν είχες συναντήσει ποτέ πριν.
Είναι απλά ένα διαφορετικό μέρος. Είναι ένα μέρος λιγότερο φανταχτερό από την Ιταλία. Αλλά αφού μένεις εκεί για λίγο και έχεις συνέλθεις από το σοκ κοιτάς γύρω σου.. και αρχίζεις να παρατηρείς ότι η Ολλανδία έχει ανεμόμυλους.. η Ολλανδία έχει τουλίπες. Η Ολλανδία έχει τον Rembrandt.
Αλλά όλοι όσους ξέρεις ασχολούνται με το ταξίδι τους στην Ιταλία.. και καυχιούνται πόσο ωραία πέρασαν εκεί. Και για την υπόλοιπη ζωή σου λες «Ναι, εκεί υποτίθεται θα πήγαινα. Έτσι το είχα σχεδιάσει».
Και η απογοήτευση αυτού του ανεκπλήρωτου όνειρου για το μεγάλο ταξίδι της ζωής σου είναι μεγάλη. Αλλά .. εάν περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου θρηνώντας για το ότι δεν πήγες στην Ιταλία, ίσως να μην μπορέσεις ποτέ να ελευθερωθείς ώστε να απολαύσεις τα πολύ σπέσιαλ, τα υπέροχα και μοναδικά πράγματα ..στην Ολλανδία.”

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΤΡΟΠΑΙΑ



Του Φίλιππου Πλιάτσικα

Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, γεννήθηκε ένα αγόρι, που η μοίρα έμελλε να του παίξει ένα παράξενο, πολύ παράξενο παιχνίδι.Από πολύ μικρός, αυτό που αγαπούσε περισσότερο ήταν να φτιάχνει όργανα, μουσικά.Από ξύλο, από γυαλί, από σύρμα, από κλωστή, ακόμα & από κοχύλια, έφτιαχνε κιθάρες, βιολιά, φλογέρες & τύμπανα. Κι όσο μεγάλωνε τα έφτιαχνε όλο & καλύτερα.Αλλά αυτά που πραγματικά μάγευαν, όποιον τύχαινε περαστικός από ‘κεί να διαβαίνει, ήταν τα τραγούδια του.Ποιήματα, που ο ίδιος έγραφε, ντυμένα με ήχους & νότες αυτοσχέδιων οργάνων που τα τραγουδούσε με μια φωνή που θα ορκιζόταν κανείς ότι όμοιά της δεν είχε ξανακούσει. Ήταν φορές που έμοιαζε αυτό που ακουγόταν, ότι δεν ήταν απ’ τη γη, αλλά από κάπου αλλού. Από κάπου όπου υπήρχαν μάγισσες & νάνοι, ξωτικά & νεράιδες, θεοί & δαίμονες.Τα χρόνια πέρασαν. Το αγόρι έγινε νέος & η φήμη του άρχισε σιγά-σιγά να απλώνεται & έξω απ’ τα σύνορα του μικρού χωριού του.Μια μέρα, από ‘κείνες τις πρώτες της νιότης του, συνάντησε μια κοπέλα τυχαία στον δρόμο. Ήταν απ’ τα μέρη του, αλλά ποτέ δεν την είχε ξαναδεί εκεί γύρω. Τα μαλλιά της έλαμπαν όπως τα ‘παιρνε ο αέρας & τα έλουζε το φως. Τα μάτια της καθαρά. Όποιον κοιτούσαν τον τύφλωναν. Το σώμα της όμορφο & απλά ντυμένο, τυλιγμένο με χρώματα της άνοιξης. Απ’ την πρώτη ματιά ένιωσε κάτι να τον καίει. Σαν να μάθαινε τόσα χρόνια, αυτά που έπρεπε να ξέρει γι’ αυτή τη στιγμή. Την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της & προσπάθησε να της μιλήσει. Αλλά δε μπόρεσε να βγάλει λέξη. Δεν ήταν καλός φαίνεται στα λόγια.Αυτό έγινε & άλλες φορές, πολλές. Μέχρι που, μια μέρα, γύρισε εκείνη & τον κοίταξε. Μ’ αυτά τα μάτια της, τα γεμάτα ήλιο & θάλασσα, ζεστασιά & υπερηφάνεια. Και ήταν σαν να τον ξεγύμνωνε. Σαν να ήξερε.«Τι θέλεις από μένα:» τον ρώτησε. «Γιατί μ’ ακολουθείς;». εκείνος σαστισμένος, δεν είχε τι να πει. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν η αλήθεια: «Θέλω μόνο ένα σου φιλί». Σταμάτησε για λίγο & συνέχισε: «Και ‘γω θα γράψω για σένα, αν θέλεις, το ωραιότερο τραγούδι που ακούστηκε ποτέ».Έμειναν εκεί να κοιτάζονται, ώρα πολλή. Σε μια στιγμή η κοπέλα τον πλησίασε, στάθηκε μπροστά του & τον φίλησε. Ένα γλυκό φιλί & μια τελευταία κουβέντα πριν φύγει. «Θα σε περιμένω», του είπε. «Αύριο», της φώναξε ο νέος καθώς έφευγε & αυτός. «Αύριο» & έτρεξε προς τη θάλασσα, με μια αίσθηση ότι μπορούσε να πετάξει, μια αίσθηση που μόνο η αγάπη μπορεί να δώσει.Εκείνο το βράδυ, λένε, έγιναν πολύ περίεργα πράγματα. Η θάλασσα σταμάτησε το κύμα της για να κάνει ησυχία & να ακούσει. Το φεγγάρι δεν έλεγε να φύγει & να δώσει τη θέση του στον ήλιο, αλλά είχε κολλήσει σένα σημείο. Τα αστέρια είχαν πλησιάσει τόσο κοντά το ένα στο άλλο, που έμοιαζαν σα ζευγάρια από φως, χαμένα στο χρόνο & στο άπειρο. Εκείνο το βράδυ είχε γραφτεί το ωραιότερο τραγούδι που γράφτηκε ποτέ. Όμως, το επόμενο πρωί, ήρθαν στο χωριό μαντατοφόροι με πολύχρωμες στολές, από άλλες πολιτείες, που είχαν μάθει για το νέο & τη ζηλευτή του τέχνη. Του ζήτησαν να τους ακολουθήσει & να τον οδηγήσουν στα δικά τους μέρα, για να τον ακούσουν & εκεί οι άνθρωποι, αφού η φήμη του είχε φτάσει ήδη πριν απ’ αυτόν. Ο νέος κολακεύτηκε, ξέχασε εύκολα την κοπέλα που τον περίμενε & δέχτηκε την πρότασή τους. Κι έτσι ξεκίνησαν ευθύς για το ταξίδι τους.Φεύγοντας, όμως, πέρασαν απ’ το δρόμο όπου ακόμη υπήρχαν οι ανάσες απ’ το φιλί της προηγούμενης μέρας. Και θυμήθηκε. Σταμάτησε & κοίταξε προς το σπίτι της. Η κοπέλα ήταν εκεί, στο μπαλκόνι, και τον κοιτούσε. Σαν να ήξερε.«Σου ορκίζομαι», της φώναξε, «ότι το ωραιότερο τραγούδι, το τραγούδι μας, δεν πρόκειται να το ακούσει άλλος κανείς, παρά μόνον εσύ». Κι εκείνη, όπως & την προηγούμενη μέρα, του απάντησε: «Θα σε περιμένω».Καθώς οι μαντατοφόροι έφευγαν, οι πολύχρωμες στολές τους άστραφταν & ο νέος, που ήταν τώρα πια μαζί τους, άλλαζε. Κάθε βήμα που έκανε μακριά απ’ το χωριό του, άλλαζε όλο & πιο πολύ. Τώρα πια, γινόταν ένας πλανόδιος μουσικός, ένας τροβαδούρος του κόσμου. Οι πολιτείες τον δέχτηκαν & τον αγκάλιασαν όσο κανέναν άλλο. Μάγεψε τους ανθρώπους με τα τραγούδια του. Πολύς κόσμος, όπου & αν πήγαινε, μαζευόταν για να τον ακούσει να παίζει & να τραγουδά. Η φήμη του είχε φτάσει πλέον & στα πιο μακρινά μέρη, στα πέρατα της γης.Έφτασε έτσι & στο πιο μεγάλο βασίλειο. Στην άκρη του κόσμου. Εκεί ζούσε μια πεντάμορφη, όσο & παράξενη βασίλισσα. Όλοι οι βασιλιάδες είχαν ξελογιαστεί μαζί της, αλλά αυτή δεν ήθελε κανέναν τους. Της άρεσε να διασκεδάζει στην αρχή μαζί τους, αλλά γρήγορα τους βαριόταν. Ένιωθε μια φοβερή πλήξη & ανία & έψαχνε συνεχώς τρόπους να βρει κάτι που να της κεντρίσει το ενδιαφέρον, κάτι που να τη συναρπάσει & να ξεχάσει την ανία & την πλήξη της. Απ’ την πρώτη στιγμή που έμαθε γι’ αυτό τον πλανόδιο μουσικό, έστειλε συνοδεία για να τον φέρουν στην αυλή της.Έτσι & έγινε. Πήρε δρόμους & δρόμους άφησε, πέρασε λίμνες & βουνά, πεδιάδες & ποτάμια & μέρες πολλές μετά, ο μουσικός & η συνοδεία του έφτασαν στο κάστρο. Το πιο μεγάλο κάστρο που είχε δει ως τώρα στα ταξίδια του. Και δεν ήταν δα & λίγα. Όλο τον κόσμο είχε γυρίσει σχεδόν. Ήταν όντως αυτό, το πιο μεγάλο βασίλειο, όπως όλοι έλεγαν.Τον υποδέχθηκαν οι αυλικοί με τα καλύτερα φαγητά & κρασιά. Τιμές που θα ζήλευαν ακόμη & βασιλιάδες. Του εξήγησαν όλα αυτά που ήθελε να μάθει & τον ξενάγησαν στο κάστρο. Έμεινε θαμπωμένος απ’ όλα αυτά που έβλεπε. Ό,τι πιο πλούσιο & λαμπερό είχε δει μέχρι τώρα ήταν σ’ αυτό το βασίλειο. Στην άκρη του κόσμου. Το μόνο που δεν μπόρεσε να δει ήταν ένας κήπος. «Ο κήπος με τα τρόπαια», όπως τον έλεγαν. Εκεί είχαν όλα τα λάφυρα των βασιλιάδων από το κυνήγι & τους πολέμους. Εκεί είχαν αγάλματα & επιγραφές από τις νίκες τους & δεν μπορούσε κανείς να μπει, παρά μόνον οι μυημένοι στα μυστικά του παλατιού. Του ‘χε κινήσει την περιέργεια αυτός ο κήπος, αλλά τον ξέχασε γρήγορα, μιας & οι ώρες περνούσαν & έπρεπε να ετοιμαστεί.Το βράδυ στήθηκε ένα μεγάλο γλέντι προς τιμήν του. Η αυλή γέμισε με κόσμο που ανυπομονούσε να τον δει & να τον ακούσει. Ο μουσικός εμφανίστηκε με ρούχα φανταχτερά, που του ‘χαν δώσει από το παλάτι για να ταιριάζει με την μεγαλοπρέπεια & την αίγλη του. Τα φόρεσε με ιδιαίτερη χαρά & υπερηφάνεια, σαν να ήταν τα ρούχα που πάντα ήθελε να φορέσει, και περπατούσε μέσα στην αυλή τόσο άνετα, σαν να ήταν το μέρος που πάντα ήθελε να ζει.Κάποια στιγμή ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει & πάγωσε. Από τα σκαλοπάτια του παλατιού άρχισε να κατεβαίνει η βασίλισσα, προικισμένη με μιαν ανείπωτη ομορφιά. Φορούσε ένα φόρεμα που άστραφτε απ’ τα διαμάντια & το χρυσάφι, και δίπλα της είχε αυλικούς, άντρες & γυναίκες, που την κολάκευαν σε κάθε της βήμα. Ο πλανόδιος μουσικός έστεκε & αυτός ακίνητος & τη θαύμαζε. Δεν ήξερε αν υπάρχουν λόγια γι’ αυτή την ομορφιά. Η βασίλισσα τον πλησίασε, τον καλωσόρισε & αφού έκατσε στο θρόνο της, που ήταν στο πιο ψηλό μέρος της αυλής, του ζήτησε να ξεκινήσει να τραγουδάει.Ύστερα από λίγη ώρα & με κινήσεις αργές & σίγουρες, φορτωμένος με την επιτυχία των προηγούμενων ταξιδιών του, ο μουσικός άρχισε να φτιάχνει & να κουρδίζει τα όργανά του, διασκεδάζοντας με την ανυπομονησία του πλήθους. Και κάποια στιγμή ακούεται η πρώτη νότα από ένα εύθυμο τραγούδι που συνήθιζε να παίζει πρώτο. Και έπειτα ένα άλλο ακόμα πιο γρήγορο. Και ύστερα κάτι πιο μελαγχολικό, που ο κόσμος δάκρυζε όταν τα άκουγε, όπου κι αν το ‘χε παίξει. Κι έπειτα, πάλι κάτι πιο γρήγορο & έντονο. Έπαιζε & τραγουδούσε σε τρελούς, δαιμονιώδεις ρυθμούς. Καλύτερα από ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχάσει πού βρισκόταν & για ποιο λόγο. Είχε εκστασιαστεί.Προσγειώθηκε μόνο όταν άκουσε τη βασίλισσα να γελά & ύστερα από αυτήν & όλο τον κόσμο που ήταν εκεί. Γύρισε προς το μέρος της & την άκουσε να λέει στους αυλοκόλακες: «Μα είναι αυτός ο μουσικός που μάγεψε τον κόσμο & μιλάνε όλοι γι’ αυτόν; Αν είναι αυτός & δεν είναι κάποιος αγύρτης που ήρθη στη θέση του, πληρώστε τον & πείτε του να φύγει».Τα ‘χασε. Είχε ιδρώσει από κούραση & ντροπή. Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ο εγωισμός του είχε τσαλακωθεί. Τα ταξίδια του είχαν μικρύνει. Τα χειροκροτήματα που είχε πάρει δεν τα θυμόταν πια. Μέσα σ’ ένα βράδυ αισθανόταν σαν ένας κλόουν με φανταχτερά ρούχα, που δεν ήταν καν δικά του. Κι ο κόσμος γελούσε & τον χλεύαζε όλο & πιο πολύ. Έμοιαζε με τον χειρότερό του εφιάλτη. Με την πιο κακόγουστη φάρσα. Ήταν όμως αλήθεια. Ξαφνικά κάτι πέρασε σαν σπίθα απ’ το μυαλό του. Κάτι που τον έκανε να σταθεί στα πόδια του & να ξαναβρεί τη φωνή του.«Βασίλισσα», φώναξε & περίμενε να σταματήσουν ότι φωνές & τα γέλια του πλήθους. «Κράτησε τα φλουριά σου. Ωραιότερη εσύ απ’ όλες. Πώς να σε πω, ρόδο ή κρίνο; Το ωραιότερο τραγούδι μου δεν τα άκουσε κανείς ακόμα. Μου κόστισε μονάχα ένα φιλί. Αν μου δώσεις δύο, στο δίνω».Η βασίλισσα το σκέφτεται λιγάκι & διατάζει έναν από τους αυλικούς να ψιθυρίσει στο αυτί του νέου: «Ανοίξτε του τον κήπο με τα τρόπαια». Εκεί θέλω μονάχος του να παίξει. Κι εγώ κρυφά θα πάω & θ’ ακούσω. Κι ύστερα δίπλα του θα βγω».Οι αυλικοί & οι φρουροί οδήγησαν λοιπόν τον πλανόδιο μουσικό στον κήπο. Ανάμεσα σε ταριχεύματα από τίγρεις, λιοντάρια & μεγάλες αρκούδες. Ανάμεσα σε σπαθιά, δόρατα κι ασπίδες. Αγάλματα & επιγραφές που μιλούσαν για πολέμους, για νίκες & για αίμα. Για πάθη & για μίση. Σ’ ένα τέτοιο μέρος, σαν ένα ακόμη εξωτικό τρόπαιο, ο πλανόδιος μουσικός ξεκίνησε να παίζει το πιο όμορφο τραγούδι του. Το τραγούδι που φτιάχτηκε από το χάρισμα που του ‘δωσε ο Θεός & η αγάπη της καλής του. Κι αυτός εκεί. Το ΄λεγε & το ξανάλεγε για τα όμορφα μάτια & την καρδιά μιας βασίλισσας. Μιας βασίλισσας, που δεν ήρθε ποτέ να τον ακούσει. Γιατί τον ξέχασε, μέσα στο γλέντι & το κρασί. Όπως είχε ξεχάσει & άλλους πολλούς. Όπως & αυτός κάποτε είχε ξεχάσει. Κουρασμένος, έπειτα από πολλές ώρες που μάταια περίμενε τη βασίλισσα, τραγουδώντας & ξανατραγουδώντας το ίδιο τραγούδι, έπεσε & αποκοιμήθηκε.Σε λίγο μέσα από τις φυλλωσιές ξεπρόβαλαν νεράιδες. Πλάσματα ξωτικά. Που ζουν σε τέτοια μέρη ή ακόμη & σε δάση ή σπηλιές. Πλάσματα χωρίς ίσκιο. Περίεργα πλάσματα της νύχτας. Που έχουν λινομέταξα μαλλιά & κρίνους δάκτυλα. Κι έχουν ροδόφυλλα για νύχια. Τον κύκλωσαν & τον κοιτούσαν. Και μια απ’ αυτές, η εξώτερη, με την πιο επικίνδυνη ομορφιά, μια παγωμένη ομορφιά θανάτου, χτύπησε τον νέο μουσικό & του πήρε τη φωνή. Όσο & να τραγουδά, να μην μπορεί να τον ακούσει κανείς. Σαν να ‘τανε η τιμωρία του αυτή, για τον όρκο που δεν κράτησε.Μόλις ξύπνησε ο μουσικός απ’ τον βαρύ του ύπνο, πέταξε τα ρούχα που του ‘χαν δώσει, φόρεσε πάλι τα δικά του & πήρε τον δρόμο της επιστροφής, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήθελε να γυρίσει πίσω στην καλή του, για να εκπληρώσει τον όρκο που της είχε δώσει. Είχε μετανιώσει πολύ για όσα είχαν γίνει.Όταν όμως έφτασε στο χωριό του & στάθηκε μπροστά της, κατάλαβε ότι δεν είχε πια φωνή για να της τραγουδήσει. Ήτανε τόση η θλίψη & η ντροπή του, που έγινε σκόνη & εξαφανίστηκε στη θάλασσα.Από τότε, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια. Αλλά λένε ότι, ακόμη & τώρα, υπάρχουν κάτι βράδια, που αν είσαι περαστικός από ‘κεινο το χωριό κοντά στη θάλασσα μπορεί να δεις έναν πλανόδιο μουσικό να γυρίζει στοιχειωμένος & να ψάχνει τη φωνή του. Για να μπορέσει να τραγουδήσει στην καλή του το ωραιότερο τραγούδι του κόσμου, που κανείς ποτέ δεν άκουσε & ούτε κανείς ποτέ θ’ ακούσει....

ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ PAULO COELHO


Ένας άντρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη. Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο ζώα (κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια τους κατάσταση...)Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε έναν λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη πύλη που όδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:

- Καλημέρα

- Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας

- Πως λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;

- Αυτός είναι ο Παράδεισος

- Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο γιατί διψάμε!

- Μπορείτε κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε, και ο φύλακας του έδειξε την πηγή.- Ναι, μα το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης...

- Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας, αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.

Ο άντρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μιας και διψούσε πολύ, αλλά δεν σκεφτόταν να πιει μόνο αυτός. Αφού περπάτησαν για πολύ ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις, έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα που οδηγούσε σε έναν χωματόδρομο περικυκλωμένο από δέντρα...Στην σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άντρας και είχε το κεφάλι σκεπασμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.

- Καλημέρα, είπε ο διαβάτης

Ο άντρας ένεψε σε απάντηση, το κεφάλι του.

- Διψάμε πολύ, το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ

- Υπάρχει μια πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια, είπε ο άντρας, δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο θέλετε.Ο άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος πήγαν στην πηγή και κατεύνασαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άντρα

- Μπορείτε να ξαναέρθετε όποτε θέλετε, του απάντησε εκείνος

- Επί τη ευκαιρία, πως ονομάζεται το μέρος; ρώτησε ο άντρας

- ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

- Ο Παράδεισος; Μα, ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μου είπε ότ ιεκείνο ήταν ο Παράδεισος!

- Εκείνο δεν ήταν ο Παράδεισος. Ήταν η Κόλαση, απάντησε ο φύλακας.Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.

- Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο μπέρδεμα, είπε ο διαβάτης.

- Σε καμιά περίπτωση! αντέτεινε ο άντρας. Στην πραγματικότητα, μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους...

-Paulo Coelho-







*Ποτέ μην εγκαταλείπεις τους πραγματικούς σου Φίλους ακόμη κι αν αυτό σου προκαλεί δυσκολίες
*Εάν αυτοί σου προσφέρουν την αγάπη τους και τη συντροφιά τους, έχεις ένα χρέος: Να Μην Τους Εγκαταλείψεις Ποτέ
*Διότι: -το να κάνεις ένα Φίλο είναι Ευλογία
-το να έχεις ένα Φίλο είναι Δώρο
-το να κρατήσεις ένα φίλο είναι Αρετή
-το να είναι κάποιος Φίλος σου... Είναι Τιμή...

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΤΑ 3 Σ


Ήταν μια φορά ένας νεαρός, ο οποίος συμπεριφερόταν μερικές φορές βίαια Ο πατέρας του, του έδωσε ένα σακουλάκι με καρφιά και του είπε να καρφώνει ένα καρφί στο πεζοδρόμιο μπροστά από τον κήπο κάθε φορά που θα έχανε την υπομονή του και θα μάλωνε με κάποιον. Την πρώτη μέρα έφτασε στο σημείο να καρφώσει 37 καρφιά στο πεζοδρόμιο. Κατά τις εβδομάδες που ακολούθησαν έμαθε να ελέγχει τον εαυτό του και ο αριθμός των καρφιών που κάρφωνε στο πεζοδρόμιο λιγόστευε συνεχώς μέρα με τη μέρα: είχε ανακαλύψει ότι ήταν πιο εύκολο να συγκρατείται από το να καρφώνει καρφιά. Τελικά, έφτασε η μέρα κατά την οποίa ο νεαρός δεν έβαλε ούτε ένα καρφί στο πεζοδρόμιο.
Τότε πήγε στον πατέρα του και του είπε ότι εκείνη την ημέρα δεν χρειάστηκε να βάλει ούτε ένα καρφί. Τότε ο πατέρας του, του είπε να βγάζει ένα καρφί για κάθε μέρα που θα περνούσε χωρίς να χάσει την υπομονή του. Οι μέρες πέρασαν και ο νεαρός τελικά μπόρεσε να πει στον πατέρα του ότι είχε βγάλει όλα τα καρφιά απ το πεζοδρόμιο. Ο πατέρας τότε, οδήγησε τον υιό του στο πεζοδρόμιο μπροστά από τον κήπο και του είπε:
- «Παιδί μου, συμπεριφέρθηκες καλά, αλλά κοίτα πόσες τρύπες έχει το πεζοδρόμιο. Αυτό δεν θα είναι πια όπως πριν. Όταν μαλώνεις με κάποιον και του λες κάτι προσβλητικό, του αφήνεις μια πληγή όπως αυτή. Μπορείς να μαχαιρώσεις έναν άνθρωπο και μετά να του βγάλεις το μαχαίρι, ωστόσο όμως θα του μείνει πάντα μια πληγή. Λίγη σημασία έχει πόσες φορές θα ζητήσεις συγνώμη, η πληγή που γίνεται με τα λόγια κάνει τόση ζημιά όσο και μία πληγή στο σώμα σου. Οι φίλοι είναι σπάνιοι, σε κάνουν να γελάς και σου φτιάχνουν το κέφι. Πάντα είναι διαθέσιμοι να σε ακούσουν όταν το χρειάζεσαι, σε αγαπάν και σε δέχονται στο σπίτι τους. Δείξε στους φίλους σου πόσο τους νοιάζεσαι.: «Μία από τις χαρές τις φιλίας είναι να ξέρεις ποιόν να εμπιστευτείς» (Alejandro Manzoni)
Όταν λες «σε αγαπώ» να το λες με σοβαρότητα. Όταν λες «συγνώμη» κοίτα το άλλο άτομο στα μάτια. Μην περιγελάς τους άλλους για τα όνειρά τους. Μπορεί να βγεις πληγωμένος, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις την ΖΩΗ. Μην κρίνεις τους άλλους από αυτούς που τους περιτριγυρίζουν. Μίλα αργά, αλλά σκέψου γρήγορα. Αν κάποιος σου κάνει μια ερώτηση στην οποία δεν θέλεις να απαντήσεις, χαμογέλα και ρώτα τον : «Γιατί θέλεις να μάθεις;».
Να θυμάσαι ότι η πιο μεγάλη αγάπη και οι πιο μεγάλες επιτυχίες απαιτούν μεγάλα ρίσκα. Όταν χάνεις να μαθαίνεις το μάθημά σου.
Να θυμάσαι το τρία Σ: Σεβασμός για τον εαυτό σου Σεβασμός για τους υπόλοιπους Σοβαρότητα στις πράξεις σου.
Μην επιτρέψεις μια μικρή παρεξήγηση να χαλάσει μια μεγάλη φιλία. Χαμογέλα όταν σηκώνεις το τηλέφωνο, Έτσι ώστε το άτομο που τηλεφωνεί να το αισθανθεί από τον τόνο της φωνής σου. Να δίνεις σημασία στις λεπτομέρειες. Να θυμάσαι ότι το να μην αποκτάς πάντα αυτό που θέλεις, είναι μερικές φορές τυχερό!