Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΤΡΟΠΑΙΑ



Του Φίλιππου Πλιάτσικα

Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα, γεννήθηκε ένα αγόρι, που η μοίρα έμελλε να του παίξει ένα παράξενο, πολύ παράξενο παιχνίδι.Από πολύ μικρός, αυτό που αγαπούσε περισσότερο ήταν να φτιάχνει όργανα, μουσικά.Από ξύλο, από γυαλί, από σύρμα, από κλωστή, ακόμα & από κοχύλια, έφτιαχνε κιθάρες, βιολιά, φλογέρες & τύμπανα. Κι όσο μεγάλωνε τα έφτιαχνε όλο & καλύτερα.Αλλά αυτά που πραγματικά μάγευαν, όποιον τύχαινε περαστικός από ‘κεί να διαβαίνει, ήταν τα τραγούδια του.Ποιήματα, που ο ίδιος έγραφε, ντυμένα με ήχους & νότες αυτοσχέδιων οργάνων που τα τραγουδούσε με μια φωνή που θα ορκιζόταν κανείς ότι όμοιά της δεν είχε ξανακούσει. Ήταν φορές που έμοιαζε αυτό που ακουγόταν, ότι δεν ήταν απ’ τη γη, αλλά από κάπου αλλού. Από κάπου όπου υπήρχαν μάγισσες & νάνοι, ξωτικά & νεράιδες, θεοί & δαίμονες.Τα χρόνια πέρασαν. Το αγόρι έγινε νέος & η φήμη του άρχισε σιγά-σιγά να απλώνεται & έξω απ’ τα σύνορα του μικρού χωριού του.Μια μέρα, από ‘κείνες τις πρώτες της νιότης του, συνάντησε μια κοπέλα τυχαία στον δρόμο. Ήταν απ’ τα μέρη του, αλλά ποτέ δεν την είχε ξαναδεί εκεί γύρω. Τα μαλλιά της έλαμπαν όπως τα ‘παιρνε ο αέρας & τα έλουζε το φως. Τα μάτια της καθαρά. Όποιον κοιτούσαν τον τύφλωναν. Το σώμα της όμορφο & απλά ντυμένο, τυλιγμένο με χρώματα της άνοιξης. Απ’ την πρώτη ματιά ένιωσε κάτι να τον καίει. Σαν να μάθαινε τόσα χρόνια, αυτά που έπρεπε να ξέρει γι’ αυτή τη στιγμή. Την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της & προσπάθησε να της μιλήσει. Αλλά δε μπόρεσε να βγάλει λέξη. Δεν ήταν καλός φαίνεται στα λόγια.Αυτό έγινε & άλλες φορές, πολλές. Μέχρι που, μια μέρα, γύρισε εκείνη & τον κοίταξε. Μ’ αυτά τα μάτια της, τα γεμάτα ήλιο & θάλασσα, ζεστασιά & υπερηφάνεια. Και ήταν σαν να τον ξεγύμνωνε. Σαν να ήξερε.«Τι θέλεις από μένα:» τον ρώτησε. «Γιατί μ’ ακολουθείς;». εκείνος σαστισμένος, δεν είχε τι να πει. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν η αλήθεια: «Θέλω μόνο ένα σου φιλί». Σταμάτησε για λίγο & συνέχισε: «Και ‘γω θα γράψω για σένα, αν θέλεις, το ωραιότερο τραγούδι που ακούστηκε ποτέ».Έμειναν εκεί να κοιτάζονται, ώρα πολλή. Σε μια στιγμή η κοπέλα τον πλησίασε, στάθηκε μπροστά του & τον φίλησε. Ένα γλυκό φιλί & μια τελευταία κουβέντα πριν φύγει. «Θα σε περιμένω», του είπε. «Αύριο», της φώναξε ο νέος καθώς έφευγε & αυτός. «Αύριο» & έτρεξε προς τη θάλασσα, με μια αίσθηση ότι μπορούσε να πετάξει, μια αίσθηση που μόνο η αγάπη μπορεί να δώσει.Εκείνο το βράδυ, λένε, έγιναν πολύ περίεργα πράγματα. Η θάλασσα σταμάτησε το κύμα της για να κάνει ησυχία & να ακούσει. Το φεγγάρι δεν έλεγε να φύγει & να δώσει τη θέση του στον ήλιο, αλλά είχε κολλήσει σένα σημείο. Τα αστέρια είχαν πλησιάσει τόσο κοντά το ένα στο άλλο, που έμοιαζαν σα ζευγάρια από φως, χαμένα στο χρόνο & στο άπειρο. Εκείνο το βράδυ είχε γραφτεί το ωραιότερο τραγούδι που γράφτηκε ποτέ. Όμως, το επόμενο πρωί, ήρθαν στο χωριό μαντατοφόροι με πολύχρωμες στολές, από άλλες πολιτείες, που είχαν μάθει για το νέο & τη ζηλευτή του τέχνη. Του ζήτησαν να τους ακολουθήσει & να τον οδηγήσουν στα δικά τους μέρα, για να τον ακούσουν & εκεί οι άνθρωποι, αφού η φήμη του είχε φτάσει ήδη πριν απ’ αυτόν. Ο νέος κολακεύτηκε, ξέχασε εύκολα την κοπέλα που τον περίμενε & δέχτηκε την πρότασή τους. Κι έτσι ξεκίνησαν ευθύς για το ταξίδι τους.Φεύγοντας, όμως, πέρασαν απ’ το δρόμο όπου ακόμη υπήρχαν οι ανάσες απ’ το φιλί της προηγούμενης μέρας. Και θυμήθηκε. Σταμάτησε & κοίταξε προς το σπίτι της. Η κοπέλα ήταν εκεί, στο μπαλκόνι, και τον κοιτούσε. Σαν να ήξερε.«Σου ορκίζομαι», της φώναξε, «ότι το ωραιότερο τραγούδι, το τραγούδι μας, δεν πρόκειται να το ακούσει άλλος κανείς, παρά μόνον εσύ». Κι εκείνη, όπως & την προηγούμενη μέρα, του απάντησε: «Θα σε περιμένω».Καθώς οι μαντατοφόροι έφευγαν, οι πολύχρωμες στολές τους άστραφταν & ο νέος, που ήταν τώρα πια μαζί τους, άλλαζε. Κάθε βήμα που έκανε μακριά απ’ το χωριό του, άλλαζε όλο & πιο πολύ. Τώρα πια, γινόταν ένας πλανόδιος μουσικός, ένας τροβαδούρος του κόσμου. Οι πολιτείες τον δέχτηκαν & τον αγκάλιασαν όσο κανέναν άλλο. Μάγεψε τους ανθρώπους με τα τραγούδια του. Πολύς κόσμος, όπου & αν πήγαινε, μαζευόταν για να τον ακούσει να παίζει & να τραγουδά. Η φήμη του είχε φτάσει πλέον & στα πιο μακρινά μέρη, στα πέρατα της γης.Έφτασε έτσι & στο πιο μεγάλο βασίλειο. Στην άκρη του κόσμου. Εκεί ζούσε μια πεντάμορφη, όσο & παράξενη βασίλισσα. Όλοι οι βασιλιάδες είχαν ξελογιαστεί μαζί της, αλλά αυτή δεν ήθελε κανέναν τους. Της άρεσε να διασκεδάζει στην αρχή μαζί τους, αλλά γρήγορα τους βαριόταν. Ένιωθε μια φοβερή πλήξη & ανία & έψαχνε συνεχώς τρόπους να βρει κάτι που να της κεντρίσει το ενδιαφέρον, κάτι που να τη συναρπάσει & να ξεχάσει την ανία & την πλήξη της. Απ’ την πρώτη στιγμή που έμαθε γι’ αυτό τον πλανόδιο μουσικό, έστειλε συνοδεία για να τον φέρουν στην αυλή της.Έτσι & έγινε. Πήρε δρόμους & δρόμους άφησε, πέρασε λίμνες & βουνά, πεδιάδες & ποτάμια & μέρες πολλές μετά, ο μουσικός & η συνοδεία του έφτασαν στο κάστρο. Το πιο μεγάλο κάστρο που είχε δει ως τώρα στα ταξίδια του. Και δεν ήταν δα & λίγα. Όλο τον κόσμο είχε γυρίσει σχεδόν. Ήταν όντως αυτό, το πιο μεγάλο βασίλειο, όπως όλοι έλεγαν.Τον υποδέχθηκαν οι αυλικοί με τα καλύτερα φαγητά & κρασιά. Τιμές που θα ζήλευαν ακόμη & βασιλιάδες. Του εξήγησαν όλα αυτά που ήθελε να μάθει & τον ξενάγησαν στο κάστρο. Έμεινε θαμπωμένος απ’ όλα αυτά που έβλεπε. Ό,τι πιο πλούσιο & λαμπερό είχε δει μέχρι τώρα ήταν σ’ αυτό το βασίλειο. Στην άκρη του κόσμου. Το μόνο που δεν μπόρεσε να δει ήταν ένας κήπος. «Ο κήπος με τα τρόπαια», όπως τον έλεγαν. Εκεί είχαν όλα τα λάφυρα των βασιλιάδων από το κυνήγι & τους πολέμους. Εκεί είχαν αγάλματα & επιγραφές από τις νίκες τους & δεν μπορούσε κανείς να μπει, παρά μόνον οι μυημένοι στα μυστικά του παλατιού. Του ‘χε κινήσει την περιέργεια αυτός ο κήπος, αλλά τον ξέχασε γρήγορα, μιας & οι ώρες περνούσαν & έπρεπε να ετοιμαστεί.Το βράδυ στήθηκε ένα μεγάλο γλέντι προς τιμήν του. Η αυλή γέμισε με κόσμο που ανυπομονούσε να τον δει & να τον ακούσει. Ο μουσικός εμφανίστηκε με ρούχα φανταχτερά, που του ‘χαν δώσει από το παλάτι για να ταιριάζει με την μεγαλοπρέπεια & την αίγλη του. Τα φόρεσε με ιδιαίτερη χαρά & υπερηφάνεια, σαν να ήταν τα ρούχα που πάντα ήθελε να φορέσει, και περπατούσε μέσα στην αυλή τόσο άνετα, σαν να ήταν το μέρος που πάντα ήθελε να ζει.Κάποια στιγμή ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει & πάγωσε. Από τα σκαλοπάτια του παλατιού άρχισε να κατεβαίνει η βασίλισσα, προικισμένη με μιαν ανείπωτη ομορφιά. Φορούσε ένα φόρεμα που άστραφτε απ’ τα διαμάντια & το χρυσάφι, και δίπλα της είχε αυλικούς, άντρες & γυναίκες, που την κολάκευαν σε κάθε της βήμα. Ο πλανόδιος μουσικός έστεκε & αυτός ακίνητος & τη θαύμαζε. Δεν ήξερε αν υπάρχουν λόγια γι’ αυτή την ομορφιά. Η βασίλισσα τον πλησίασε, τον καλωσόρισε & αφού έκατσε στο θρόνο της, που ήταν στο πιο ψηλό μέρος της αυλής, του ζήτησε να ξεκινήσει να τραγουδάει.Ύστερα από λίγη ώρα & με κινήσεις αργές & σίγουρες, φορτωμένος με την επιτυχία των προηγούμενων ταξιδιών του, ο μουσικός άρχισε να φτιάχνει & να κουρδίζει τα όργανά του, διασκεδάζοντας με την ανυπομονησία του πλήθους. Και κάποια στιγμή ακούεται η πρώτη νότα από ένα εύθυμο τραγούδι που συνήθιζε να παίζει πρώτο. Και έπειτα ένα άλλο ακόμα πιο γρήγορο. Και ύστερα κάτι πιο μελαγχολικό, που ο κόσμος δάκρυζε όταν τα άκουγε, όπου κι αν το ‘χε παίξει. Κι έπειτα, πάλι κάτι πιο γρήγορο & έντονο. Έπαιζε & τραγουδούσε σε τρελούς, δαιμονιώδεις ρυθμούς. Καλύτερα από ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχάσει πού βρισκόταν & για ποιο λόγο. Είχε εκστασιαστεί.Προσγειώθηκε μόνο όταν άκουσε τη βασίλισσα να γελά & ύστερα από αυτήν & όλο τον κόσμο που ήταν εκεί. Γύρισε προς το μέρος της & την άκουσε να λέει στους αυλοκόλακες: «Μα είναι αυτός ο μουσικός που μάγεψε τον κόσμο & μιλάνε όλοι γι’ αυτόν; Αν είναι αυτός & δεν είναι κάποιος αγύρτης που ήρθη στη θέση του, πληρώστε τον & πείτε του να φύγει».Τα ‘χασε. Είχε ιδρώσει από κούραση & ντροπή. Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ο εγωισμός του είχε τσαλακωθεί. Τα ταξίδια του είχαν μικρύνει. Τα χειροκροτήματα που είχε πάρει δεν τα θυμόταν πια. Μέσα σ’ ένα βράδυ αισθανόταν σαν ένας κλόουν με φανταχτερά ρούχα, που δεν ήταν καν δικά του. Κι ο κόσμος γελούσε & τον χλεύαζε όλο & πιο πολύ. Έμοιαζε με τον χειρότερό του εφιάλτη. Με την πιο κακόγουστη φάρσα. Ήταν όμως αλήθεια. Ξαφνικά κάτι πέρασε σαν σπίθα απ’ το μυαλό του. Κάτι που τον έκανε να σταθεί στα πόδια του & να ξαναβρεί τη φωνή του.«Βασίλισσα», φώναξε & περίμενε να σταματήσουν ότι φωνές & τα γέλια του πλήθους. «Κράτησε τα φλουριά σου. Ωραιότερη εσύ απ’ όλες. Πώς να σε πω, ρόδο ή κρίνο; Το ωραιότερο τραγούδι μου δεν τα άκουσε κανείς ακόμα. Μου κόστισε μονάχα ένα φιλί. Αν μου δώσεις δύο, στο δίνω».Η βασίλισσα το σκέφτεται λιγάκι & διατάζει έναν από τους αυλικούς να ψιθυρίσει στο αυτί του νέου: «Ανοίξτε του τον κήπο με τα τρόπαια». Εκεί θέλω μονάχος του να παίξει. Κι εγώ κρυφά θα πάω & θ’ ακούσω. Κι ύστερα δίπλα του θα βγω».Οι αυλικοί & οι φρουροί οδήγησαν λοιπόν τον πλανόδιο μουσικό στον κήπο. Ανάμεσα σε ταριχεύματα από τίγρεις, λιοντάρια & μεγάλες αρκούδες. Ανάμεσα σε σπαθιά, δόρατα κι ασπίδες. Αγάλματα & επιγραφές που μιλούσαν για πολέμους, για νίκες & για αίμα. Για πάθη & για μίση. Σ’ ένα τέτοιο μέρος, σαν ένα ακόμη εξωτικό τρόπαιο, ο πλανόδιος μουσικός ξεκίνησε να παίζει το πιο όμορφο τραγούδι του. Το τραγούδι που φτιάχτηκε από το χάρισμα που του ‘δωσε ο Θεός & η αγάπη της καλής του. Κι αυτός εκεί. Το ΄λεγε & το ξανάλεγε για τα όμορφα μάτια & την καρδιά μιας βασίλισσας. Μιας βασίλισσας, που δεν ήρθε ποτέ να τον ακούσει. Γιατί τον ξέχασε, μέσα στο γλέντι & το κρασί. Όπως είχε ξεχάσει & άλλους πολλούς. Όπως & αυτός κάποτε είχε ξεχάσει. Κουρασμένος, έπειτα από πολλές ώρες που μάταια περίμενε τη βασίλισσα, τραγουδώντας & ξανατραγουδώντας το ίδιο τραγούδι, έπεσε & αποκοιμήθηκε.Σε λίγο μέσα από τις φυλλωσιές ξεπρόβαλαν νεράιδες. Πλάσματα ξωτικά. Που ζουν σε τέτοια μέρη ή ακόμη & σε δάση ή σπηλιές. Πλάσματα χωρίς ίσκιο. Περίεργα πλάσματα της νύχτας. Που έχουν λινομέταξα μαλλιά & κρίνους δάκτυλα. Κι έχουν ροδόφυλλα για νύχια. Τον κύκλωσαν & τον κοιτούσαν. Και μια απ’ αυτές, η εξώτερη, με την πιο επικίνδυνη ομορφιά, μια παγωμένη ομορφιά θανάτου, χτύπησε τον νέο μουσικό & του πήρε τη φωνή. Όσο & να τραγουδά, να μην μπορεί να τον ακούσει κανείς. Σαν να ‘τανε η τιμωρία του αυτή, για τον όρκο που δεν κράτησε.Μόλις ξύπνησε ο μουσικός απ’ τον βαρύ του ύπνο, πέταξε τα ρούχα που του ‘χαν δώσει, φόρεσε πάλι τα δικά του & πήρε τον δρόμο της επιστροφής, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήθελε να γυρίσει πίσω στην καλή του, για να εκπληρώσει τον όρκο που της είχε δώσει. Είχε μετανιώσει πολύ για όσα είχαν γίνει.Όταν όμως έφτασε στο χωριό του & στάθηκε μπροστά της, κατάλαβε ότι δεν είχε πια φωνή για να της τραγουδήσει. Ήτανε τόση η θλίψη & η ντροπή του, που έγινε σκόνη & εξαφανίστηκε στη θάλασσα.Από τότε, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια. Αλλά λένε ότι, ακόμη & τώρα, υπάρχουν κάτι βράδια, που αν είσαι περαστικός από ‘κεινο το χωριό κοντά στη θάλασσα μπορεί να δεις έναν πλανόδιο μουσικό να γυρίζει στοιχειωμένος & να ψάχνει τη φωνή του. Για να μπορέσει να τραγουδήσει στην καλή του το ωραιότερο τραγούδι του κόσμου, που κανείς ποτέ δεν άκουσε & ούτε κανείς ποτέ θ’ ακούσει....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου